ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ

Χρόνιες νόσοι - πρόλογος του Dr. Hering στο βιβλίο του Hahnemann

Κατηγορίες: Ομοιοπαθητική

ΧΡΟΝΙΕΣ ΝΟΣΟΙ - ΠΡΟΛΟΓΟΣ TOY DR. HERING στο βιβλίο του Hahnemann

ΠΡΟΛΟΓΟΣ TOY DR. HERING στο βιβλίο του Hahnemann

ΧΡΟΝΙΕΣ ΝΟΣΟΙ

Το παρακάτω άρθρο είναι μία μετάφραση του Dr. Hempel, από την εισαγωγή του Dr. Hering στο βιβλίο του Hahnemann «Χρόνιες Νόσοι». Παρουσιάσθηκε στη μετάφραση του Dr. Hempel του έργου του Hahnemann, που εκδόθηκε το 1845. Η εισαγωγή του Hering δεν υπάρχει στη μετάφραση του Dr. Tafel. Σήμερα, μετά από 139 χρόνια, το αλλοπαθητικό ιατρικό λεξικό είναι τεράστιο. Υπάρχουν ονομασίες για κάθε μικροσκοπικό τμήμα του οργανισμού και διαγνώσεις για μια, σχεδόν, άπειρη ποικιλία ασθενειών όμως, η αλλοπαθητική δεν προσφέρει θεραπεία για τ' ανθρώπινα χρόνια προβλήματα. Η εισαγωγή του Dr. Hering είναι πάντα ζωντανή κι εμπνέει.


Η εργασία του Hahnemann πάνω στις χρόνιες νόσους μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια του Organon. Τα φάρμακα που θ' ακολουθήσουν σ' αυτόν τον τόμο μπορούν, κατά συνέπεια, να θεωρηθούν ως συνέχεια της Materia Medica Pura. Όπως οι αρχές και οι κανόνες των γενικών θεραπευτικών αρχών έχουν αναπτυχθεί στο Organon, έτσι στην παρούσα πραγματεία ο Hahnemann αναπτύσσει τις αρχές και τους κανόνες που πρέπει να επικρατούν στη θεραπεία των χρονίων ασθενειών, που τ' όνομα τους είναι «λεγεώνα» (legion). Στη Materia Medica Pura o Hahnemann μας περιγράφει τα συμπτώματα που είναι ικανά να παρουσιάσουν τα κύρια φάρμακα, όταν τα χορήγησε σε υγιείς ανθρώπους. Αντιθέτως, η παρούσα πραγματεία θα επιτευχθεί από την περιγραφή εκείνων των φαρμάκων, τα οποία ο Hahnemann χρησιμοποίησε ειδικά για τη θεραπεία των χρονίων ασθενειών και τα αποκάλεσε «αντιψωρικά». Στο Organon o Hahnemann προσπαθεί ν' αποδείξει ότι η αρχή «όμοια ομοίοις εισίν ιάματα» είναι ο ανώτατος κανόνας σε κάθε πραγματική θεραπευτική μέθοδο και καταδεικνύει με ποιο τρόπο ακολουθείται στη θεραπεία της ασθένειας, ενώ αντιθέτως στην πραγματεία του επί των χρονίων ασθενειών, που βασίζεται πάνω στο Organon και δεν τροποποιεί ή μεταβάλλει στο ελάχιστο τη διδασκαλία του, ο Hahnemann καταδεικνύει, ότι οι περισσότερες χρόνιες ασθένειες προέρχονται από μία κοινή πηγή και συσχετίζονται μεταξύ τους. Μία ειδική κατηγορία φαρμάκων ονομαζόμενα από τον Hahnemann «αντιψωρικά», μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία αυτών των ασθενειών. Η κοινή πηγή των περισσοτέρων χρονίων ασθενειών, σύμφωνα με τον Hahnemann, είναι η «Ψώρα» (1). Οι επιπόλαιοι αντίπαλοι της Ομοιοπαθητικής - και ποτέ δεν είχαμε διαφορετικούς - επιτίθενται επί της θεωρίας του Ψωρικού Μιάσματος, με σκοπό να την κρίνουν με τον κούφιο και χωρίς νόημα σαρκασμό τους. Παρουσιάζουν την Ψώρα να είναι το ίδιο ακριβώς με τον κνησμό, ισχυριζόμενοι χλευαστικά ότι σύμφωνα με την θεωρία του Hahnemann ο κνησμός ήταν ο αρχέγονος διάβολος κι ότι η θεωρία αυτή είναι παρόμοια με την του προπατορικού αμαρτήματος της Χριστιανικής Πίστης. Με την ίδια αναίδεια που είχαν σε παλαιότερες περιπτώσεις, όταν υποστήριζαν ότι ο Hahnemann στο Organon απορρίπτει όλη την Παθολογία, τώρα υποστηρίζουν πως ο ίδιος παράγει την Παθολογία κι ότι «η αλήθεια που περιέχεται δεν ήταν καινούργια».

Αντικειμενικοί γνώστες του θέματος θα μπορέσουν ν' αναγνωρίσουν σ' αυτή την πραγματεία των χρονίων ασθενειών την ίδια προσεκτική μελέτη και παρατηρητικότητα που ο μεγάλος συγγραφέας της Ομοιοπαθητικής έχει να επιδείξει σ' όλα τα γραπτά του. Ο Hahnemann δεν έχει υπόψη του κανέναν άλλο σκοπό, εκτός του θεραπευτικού αποτελέσματος. Όλη η δύναμη της ψυχής του ήταν στραμμένη σ' αυτόν το στόχο. Ο σκοπός του δεν ήταν η ανατροπή της Παθολογίας, αν και στην εποχή του η Παθολογία είχε παραγκωνιστεί σαν ένας σωρός από ανόητες θεωρητικολογίες και είχε αντικατασταθεί από πολλά συστήματα που ίσως κι αυτά να έχουν την ίδια τύχη σε 50 χρόνια. Απλώς αντιμαχόταν την εφαρμογή ανόητων και αλαζονικών υποθέσεων της παθολογίας στη θεραπεία των ασθενειών. Απέρριπτε κι ανέτρεπε τη δοξασία που είχε εισχωρήσει σαν σκουριασμένο καρφί μέσα στους εγκεφάλους των ασκούντων το επάγγελμα και με την μεσολάβηση τους στα μυαλά των ανθρώπων, ότι τα φάρμακα θα έπρεπε να δίνονται εναντίον ενός ονόματος, εναντίον μιας φανταστικής αρρώστιας κι ότι το όνομα τούτης της φανταστικής αρρώστιας υποδείκνυε το φάρμακο. Μέχρι και σήμερα οι γιατροί ενασχολούνται με την επιβεβαίωση αυτής της δοξασίας. Κι από δω θα πρέπει να πηγάζει η επιθυμία που εκδηλώνουν τόσοι πολλοί ασθενείς για να μάθουν το όνομα της αρρώστιας, θαρρείς κι η γνώση του ονόματος είναι επαρκής ν' αποκαλύψει το σωστό φάρμακο κατά της ασθένειας. Πολλοί ασθενείς αισθάνονται απελπισμένοι, όταν δεν μπορεί ο γιατρός να τους πει τί συμβαίνει.

Κερδίζουμε τίποτα όταν έχουμε την ικανότητα να πούμε, ότι η ασθένεια αυτή είναι ρευματισμοί, δύσπνοια, ενοχλήσεις από το ήπαρ; Βοηθάει αυτόν τον ασθενή, όταν μπορεί απλώς να επαναλάβει την ιατρική διάγνωση «είναι η χολή σου, τα νεύρα σου, κ.λ.π.»;

Σημαίνουν, κατ' ανάγκη, αυτές οι λέξεις κάτι το καθοριστικό; Υπάρχουν ακόμη τέτοιοι γιατροί που να πιστεύουν ότι οι θεωρητικές τους ερμηνείες σημαίνουν τίποτα το ουσιαστικό; Δεν παραδέχεται καθένας ότι απλώς αιωρούνται πέρα δώθε πάνω από το τέλμα των παλιών παρηκμασμένων συστημάτων της Παθολογίας;

Σίγουρα, ένας γιατρός της σύγχρονης εποχής, που δεν έχει παραμείνει τελείως απληροφόρητος, θα ντραπεί να επιβεβαιώσει τους ασθενείς του με τον αέρα του βαθέος στοχαστή, ότι ο ένας πάσχει από τη σπονδυλική στήλη, ο άλλος από φυματίωση, ή η τρίτη από κάποια πάθηση της μήτρας, κ.λ.π. Κάθε αρχάριος στην Παθολογία γνωρίζει, ότι όλες αυτές οι έννοιες δεν καθορίζουν τίποτα από μόνες τους κι ότι μόνον σε πολύ απληροφόρητα άτομα μπορούν να δοθούν τέτοιοι ισχυρισμοί ως επιστημονικοί. Κάθε αρχάριος γνωρίζει ότι το ερώτημα που τίθεται είναι να βρεθούν τα ακριβή συμπτώματα και η φύση της ασθένειας στη σπονδυλική στήλη ή τη μήτρα. Είναι υπέρ το δέον γνωστό, ότι αυτή η ακριβέστατη γνώση είναι αναγκαία για την ορθή πρόγνωση και με σκοπό να ρυθμιστεί ο τρόπος ζωής του ασθενή, αλλά είναι ακόμη καθορισμένο, ότι το να γνωρίζεις απλώς το είδος της αρρώστιας δεν επαρκεί για να τη θεραπεύσεις. Όλοι οι επιτυχημένοι και φημισμένοι γιατροί της παλαιάς σχολής έφθασαν εκεί που έφθασαν, επειδή είχαν τροποποιήσει κι εξατομικεύσει τη θεραπεία της ασθένειας. Αυτό είναι όλο που προσπάθησε να πραγματοποιήσει ο Hahnemann μ' αυτή τη συγκεκριμένη διαφορά, ότι είχε δηλαδή εξατομικεύσει κάθε περίπτωση ασθένειας μ' ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια απ' όση οι παλαιότεροι γιατροί. Ο Hahnemann είχε αρκετό θάρρος για ν'αντιμετωπίσει τις αντιθέσεις που διαρκώς υπήρχαν μεταξύ της πρακτικής και της θεωρίας. Διακήρυττε, ότι οι Θεωρητικές γνώσεις των γιατρών ήταν εκμαθημένη σκόνη που συνήθιζαν να τη ρίχνουν στα μάτια του κόσμου, με σκοπό να τον τυφλώνουν και να τον αναγκάζουν να θεωρεί την άγνοια των γιατρών και την ανεπάρκεια των γνώσεων τους, σαν κάτι που πρέπει να σέβονται. Ο Hahnemann τόλμησε να θέσει επί τάπητος αυτό το απόφθεγμα ότι, όταν θεράπευε μια ασθένεια, δεν ασχολιόταν καθόλου με τ' όνομα της.

Ο Hahnemann δίδασκε, ότι τα φάρμακα θα πρέπει να επιλέγονται σύμφωνα με τα συμπτώματα του αρρώστου. Ο γιατρός θα πρέπει να κατευθύνεται απ' ό,τι είναι κύριο κι ασφαλές κι όχι απ' ό,τι είναι περισσότερο ή λιγότερο ασήμαντο και ανασφαλές και που αλλάζει σύμφωνα με τη μόδα. Τόσο στο Organon, όσο και στην πραγματεία των «Χρονίων Νόσων», ο Hahnemann επιμένει στο ότι τα φάρμακα επιλέγονται, σε συμφωνία με τα συμπτώματα.

Δεν είναι εύκολη υπόθεση η επιλογή ενός φαρμάκου σύμφωνα με τα συμπτώματα. Αυτό συνάγεται από τον τρόπο με τον οποίο, οι αρχάριοι στην Ομοιοπαθητική και οι γιατροί από την παλαιά σχολή που ήρθαν κοντά μας, αρχίζουν να εργάζονται. Συνεχώς βασίζονται πάνω στις ονομασίες των ασθενειών, δίνοντας ένα συγκεκριμένο φάρμακο στην οστρακιά, επειδή κάποιος άλλος το βρήκε χρήσιμο ή ένα ορισμένο φάρμακο σε κάποια πνευμονική λοίμωξη, γιατί αυτό είχε λειτουργήσει επιτυχώς σε προηγούμενη περίπτωση. Ενώ, αντιθέτως, ο Hahnemann διδάσκει, ότι επειδή το φάρμακο είχε βοηθήσει σε προηγούμενη περίπτωση, αυτός δεν είναι λόγος για να βοηθήσει ξανά σε μία όμοια περίπτωση. Τα συμπτώματα κι όχι η ονομασία της ασθένειας υποδεικνύουν το φάρμακο. Το ίδιο ισχύει και στις χρόνιες νόσους. Στη θεραπεία των χρονίων νόσων ο Hahnemann διδάχθηκε από την εμπειρία, ώστε να προτιμήσει τα αντιψωρικά φάρμακα. Η επιλογή αυτή δεν είναι θεωρητική και υπόκειται συνεχώς στη γενική αρχή. Ποτέ ο Hahnemann δεν υποστήριξε ότι τα πρωταρχικά συστατικά των βουνών, που είναι τα πιο σημαντικά στοιχεία στη φύση -για παράδειγμα τα μέταλλα- είναι τα πιο σημαντικά φάρμακα για τη θεραπεία των περισσοτέρων παγκοσμίων ασθενειών. Παρ' όλα αυτά επεσήμανε τα οξείδια ή τ' άλατα του αμμωνίου, του καλίου, του νατρίου, του ασβεστίου, του αλουμινίου και του μαγνησίου, ως τα πιο σπουδαία αντιψωρικά φάρμακα. Ο Hahnemann δεν είπε πουθενά, ότι τα πιο σημαντικά μέταλλα συνιστούν τους σπουδαιότερους θεραπευτικούς παράγοντες, αν κι έχει εισαγάγει το θείο, τον φώσφορο, το πυρίτιο, το χλώριο και το ιώδιο, με τη μία ή την άλλη μορφή, σαν αντιμωρικά φάρμακα. Στην επιλογή ενός φαρμάκου ο Hahnemann ποτέ δεν καθοδηγήθηκε από θεωρίες, αλλά πάντοτε από την εμπειρία. Επέλεξε φάρμακα που ήταν όμοια ως προς τα συμπτώματα που είχαν παραχθεί πάνω σε υγιείς ανθρώπους, λαμβάνοντας ταυτόχρονα unoyn του τις θεραπευτικές τους ιδιότητες που είχαν καταδειχθεί στην καθημερινή πρακτική. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι γενικές απόμεις που είχαν διατυπωθεί δεν τον εμπόδισαν ν' αποδεχθεί ως κύρια αντιιιωρικά φάρμακα το Borax, το Ammonium Carbonicum, το Anacardium και το Clematis.

Γιατί, θα μπορούσε ν' αναρωτηθεί κανείς, ένας μεγάλος αριθμός από ομοιοπαθητικούς γιατρούς ούτε αναγνώρισε τη θεωρία του Hahnemann για την μώρα, ούτε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των αντιμωρικών φαρμάκων; Γιατί κάποιοι φθάνουν ακόμη ώς το σημείο να παραμερίζουν περιφρονητικά αυτή τη θεωρία και να επικρίνουν τα αντιμωρικά ώς λιγότερο αξιόπιστα από τ' άλλα φάρμακα;

Για τον ίδιο λόγο που οι αστρονομικές ανακαλύμεις του Herschel γίνονται αντικείμενο αμφισβήτησης από ανθρώπους που δεν πιστεύουν σ' αυτόν και δεν είναι σε θέση να επαληθεύσουν τις ανακαλύμεις του. Για να συμβεί αυτό απαιτούνται γνώση, όργανα, ταλέντο, προσοχή, επιμονή, ευκαιρίες και πολλά άλλα ακόμη. Ούτε μια απ' όλες αυτές τις προϋποθέσεις, δεν πληρείται σ' αυτούς που είναι ερασιτέχνες στην καθημερινή πρακτική, αδόκιμοι συγγραφείς που αντιτάσσουν τις προσωπικές τους απόμεις και φαντασιώσεις στα γεγονότα και την παρατήρηση. Ή, για τον ίδιο λόγο που οι ανακαλύμεις του Ehrenberg δεν μπορούν να εκτιμηθούν απ' αυτούς που είτε δεν διαθέτουν μικροσκόπιο, είτε έχουν κάποιο ατελές, είτε διαθέτουν μικροσκόπιο χωρίς ν' αντιλαμβάνονται τη δυσκολία χρήσης του ή από εκείνους που γνωρίζουν τη χρήση του, αλλά δεν το χειρίζονται με την ίδια ακρίβεια και προσοχή, όπως ο Ehrenberg, που ανακάλυμε νέα είδη πρωτόζωων χρησιμοποιώντας νέες τεχνικές.

Ή, τέλος, για τον απλούστατο λόγο, ότι για τους γιατρούς είναι πιο εύκολο να γράφουν κάτι για να τυπωθεί, παρά να παρατηρούν τη φύση, επειδή είναι πιο εύκολο να επιβάλλονται στους ανθρώπους, παρά να θεραπεύουν τους ασθενείς και γιατί ο μεγαλύτερος αριθμός των γιατρών επηρεάζεται από την ψευδαίσθηση ότι τα πράγματα που δεν βλέπουν δεν υφίστανται. Αν γιατροί σαν αυτούς επιφέρουν κάποιο θεραπευτικό αποτέλεσμα, αμέσως αρχίζουν να καυχώνται για τους άθλους τους, αν και η θεραπεία οφειλόταν στη θεωρία του Hahnemann, στα φάρμακα που αυτός ανακάλυμε, στην έρευνα άλλων γιατρών, στις οδηγίες ή στο παράδειγμα τους ή στην τύχη. Όμως, αν αποτύχουν, αποδίδουν την αποτυχία τους σ' οτιδήποτε άλλο εκτός από τους ίδιους. Ευθύνεται η ανεπάρκεια της Ομοιοπαθητικής, ο ένας ή ο άλλος κανόνας είναι λανθασμένος, η Materia Medica είναι εσφαλμένη ή αν κάτι από το σύστημα του Hahnemann δεν τους ταιριάζει, αρχίζουν να λένε ότι δεν το είδαν ποτέ και δεν μπορούν να συμφωνήσουν μ' αυτό. Μιλώντας έτσι φαντάζονται ότι πράγματι έχουν πει κάτι ενάντια στην ουσία του θέματος. Εκεί όπου ο Hahnemann ξεχώρισε με "προσοχή από την αρρώστια τα συμπτώματα που οφείλονταν σε διατροφικές παρεκκλίσεις ή σε φαρμακευτικές επιδεινώσεις. Όπου αναγνώρισε ως αμετάολητες και ανεξάρτητες ασδένειες τα οξέα μιάσματα, γνωστά ώς πορφύρα, ιλαρά, οστρακιά, ευλογιά, κοκκύτης, κ.λ.π. Είτε όπου διέκρινε το αφροδίσιο μίασμα στη Σύφιλη (2) και στη Σήκωση (3), εκεί μπορούμε στη συνέχεια, αν προκύυει από την εμπειρία μας, να υποδιαιρέσουμε την Ψώρα σε περισσότερα είδη και ποικιλίες. Αυτό δεν αντίκειται στη θεωρία του Hahnemann. Ο Hahnemann αποτόλμησε το πρώτο μεγάλο βήμα μη αρνούμενος τη δυνατότητα της εξελικτικής ανάπτυξης που είναι εγγενής στο σύστημα του. Όμως, ας αφήσουμε τις εξελίξεις να δρομολογηθούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνουν χρήσιμες κι όχι επιβλαβείς για τους ασθενείς. Οφείλουμε να εγείρουμε το εποικοδόμημα μας πάνω στο έδαφος του Hahnemann, προς την κατεύθυνση που πρώτα κατέδειξε με τη θεωρία του. Αν κι έχει μικρή σημασία ποιες απόψεις σχετικά με τη θεωρία της ψώρας τηρούν οι διάφοροι οπαδοί του Hahnemann, παρ' όλα αυτά, θα εκθέσω ένα σύντομο απόσπασμα από το δοκίμιο μου: «Οδηγός στην εξελικτική ανάπτυξη της Ομοιοπαθητικής».

«Όπως οι οξείες ασθένειες καταλήγουν σ' ένα δερματικό εξάνθημα, που διαιρείται, ξηραίνεται και μετά εξαλείφεται, το ίδιο ισχύει σε πολλές χρόνιες ασθένειες. Όλες οι ασθένειες μειώνονται σ' ένταση, βελτιώνονται και θεραπεύονται σταδιακά από την εσωτερική αντίδραση του οργανισμού. Η ασθένεια από τους εσωτερικούς ιστούς οδεύει σταθερά προς τους εξωτερικούς, μέχρι να εκδηλωθεί επί του δέρματος».

«Κάθε ομοιοπαθητικός γιατρός θα πρέπει να έχει παρατηρήσει, ότι η βελτίωση του πόνου λαμβάνει χώρα από πάνω προς τα κάτω και σας ασθένειες από μέσα προς τα έξω. Γι’ αυτό το λόγο χρόνιες ασθένειες, αν θεραπευθούν σε βάθος, πάντοτε καταλήγουν σε κάποιο δερματικό εξάνθημα, που διαφέρει ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία των ασθενών. Αυτό το εξάνθημα μπορεί να εμφανισθεί ακόμη κι όταν η περίπτωση είναι αθεράπευτη, ή όταν το φάρμακο δεν έχει επιλεγεί σωστά. Το δέρμα ως εξωτερική επιφάνεια του σώματος δέχεται πάνω του την τελική απόληξη της ασθένειας. Το δερματικό εξάνθημα δεν είναι απλώς μία νοσηρή παθολογική έκκριση που με χημικό τρόπο έχει διαχωριστεί από τον υπόλοιπο οργανισμό με τη μορφή αερίου, υγρού ή στερεού. Είναι το σύνολο της παθολογικής ενέργειας που ωθείται από μέσα προς τα έξω και είναι το χαρακτηριστικό μιας σε βάθος και πραγματικής θεραπευτικής διαδικασίας. Η παθολογική δράση στο εσωτερικό του οργανισμού μπορεί να συνεχιστεί είτε μαζί, είτε ανεξάρτητα από το δερματικό εξάνθημα. Παρ' όλα αυτά, το εξάνθημα είναι πάντα ένα ευνοϊκό σύμπτωμα. Ανακουφίζει τον ασθενή που υποφέρει και γενικά εμποδίζει μία πιο επικίνδυνη επίπτωση στον οργανισμό. Η σε βάθος θεραπεία μιας χρόνιας ασθένειας, με συστηματική συμπτωματολογία στον οργανισμό, υποδεικνύεται από την ανακούφιση, κατ' αρχήν, των πιο σημαντικών οργάνων. Η επίπτωση εξαλείφεται κατά τη σειρά με την οποία τα όργανα είχαν επηρεαστεί, τα πιο σημαντικά ανακουφίζονται πρώτα, τα λιγότερο σημαντικά στη συνέχεια και το δέρμα τελευταίο. Ακόμη και ο επιφανειακός παρατηρητής θα μπορέσει ν' αναγνωρίσει αυτό τον ιεραρχικό κανόνα. Μία βελτίωση που λαμβάνει χώρα με διαφορετική σειρά δεν μπορεί να εδραιωθεί. Μια κρίση υστερίας μπορεί να τερματιστεί με διούρηση, άλλες κρίσεις μπορούν να τερματιστούν με τον ίδιο τρόπο ή με μια αιμορραγία. Όμως, η κρίση που θ' ακολουθήσει, φανερώνει πόσο λίγο λύθηκε το πρόβλημα. Η ασθένεια μπορεί να λάβει διαφορετική τροπή, μπορεί ν' αλλάξει η μορφή της και μ' αυτή τη νέα μορφή μπορεί να είναι λιγότερο προβληματική, αλλά ο οργανισμός, γενικά, θα υποφέρει απ' αυτή τη μετατροπή. Γι’ αυτό το λόγο ο Hahnemann τονίζει επίμονα το σημαντικό ρόλο του ν' ασχολείται κανείς με τα ψυχικά συμπτώματα και να κρίνει το βαθμό της ομοιοπαθητικής ανταπόκρισης, που υπάρχει ανάμεσα στο φάρμακο και την ασθένεια, από τη βελτίωση που λαμβάνει χώρα στην ψυχική και στη γενική κατάσταση του ασθενή.

Αυτός ο ιεραρχικός κανόνας που επισημάναμε παραπάνω, ισχύει για τα πολυάριθμα επιδερμικά εξανθήματα που απορρέουν από την ομοιοπαθητική θεραπεία, ακόμη και όπου δεν είχαν προϋπάρξει. Ισχύει για πολλά είδη ερπητών και ελκών που εμμένουν επί του δέρματος, ενώ άλλα εξαλείφονται άμεσα. Αυτά που παραμένουν, παραμένουν γιατί συνεχίζει να υφίσταται η ασθένεια στο εσωτερικό του οργανισμού. Επίσης, ο ιεραρχικός κανόνας εξηγεί την ανεπάρκεια της βιαίας εφίδρωσης, που δεν επιφέρει αποτέλεσμα, όταν η ασθένεια δεν έχει εξαλειφθεί από το εσωτερικό του οργανισμού. Τέλος, εξηγεί την υποκατάσταση ενός δερματικού εξανθήματος από ένα άλλο. Αυτή η μετατροπή της εσωτερικής βλάβης ζωτικών οργάνων του οργανισμού, που είναι σπουδαίας λειτουργικότητας, σε μία δερματική βλάβη -μια μετατροπή που είναι ολοκληρωτικά διαφορετική από τη βίαιη αλλαγή που προκαλείται από τη χρήση μέσων, όπως η αλοιφή του Autenrieth, το αμμώνιο, το λάδι του κρότωνα, η κανσαριδίνη, ο σιναπισμός, κ.λ.π.- επιτυγχάνεται κύρια με τα αντιμωρικά φάρμακα. ʼλλα φάρμακα μπορεί, μερικές φορές, να επιδράσουν σ' αυτή τη μετατροπή, επίσης η χρήση του νερού, η αλλαγή του κλίματος, της απασχόλησης, κ.λπ. Αλλά η μετατροπή γίνεται με περισσότερη ασφάλεια, ηπιότερα και βαθύτερα από τα αντιψωρικά φάρμακα». Αυτό το τελευταίο είναι ολοκληρωτικά μια προσωπική anoyn. ʼλλοι μπορεί να έχουν διαφορετική άποψη επί του θέματος όμως, αυτό δεν μας εμποδίζει να στοχεύουμε όλοι μαζί στον ίδιο στόχο, δίπλα δίπλα, σε τέλεια αρμονία. ' Ομως, οι κανόνες που έθεσε με τόσο μεγάλη έμφαση ο έμπειρος ιδρυτής της Ομοιοπαθητικής στο έργο που επακολούθησε, δεν έχουν πάντα πρακτική εφαρμογή και συνεπώς δεν μπορούν να εκτιμηθούν. Πολλοί αντιτίθενται σ' αυτούς, με αποτέλεσμα θεραπείες που σ' άλλη περίπτωση θα μπορούσαν να είναι ταχείες και βέβαιες, να καθυστερούν. Μεγάλη βλάβη έχει γίνει από τους δοκησίσοφους, που εισβάλλουν στο αντικείμενο μελέτης μας κι αναμειγνύονται μ' αυτό σαν το άχυρο με το σιτάρι. Γι' αυτούς μπορούμε να προσδοκούμε να υπάρξουν στην ιστορική πορεία της Επιστήμης, εκείνες οι μεγάλες ημέρες του θερισμού, όταν τα ζιζάνια θα συγκεντρωθούν σε δεμάτια και θα πεταχούν στη φωτιά. Είναι καθήκον μας να προάγουμε τη θεωρία και την πρακτική της Ομοιοπαθητικής από εκεί που σταμάτησε ο Hahnemann. Οφείλουμε ν' αναζητήσουμε την αλήθεια που βρίσκεται εμπρός μας και να εγκαταλείυουμε τα σφάλματα του παρελθόντος. Αλίμονο όμως σ' αυτόν που θα επιτεθεί κατά του εμπνευστή της θεωρίας μας, γιατί θα πρέπει μετά ο ίδιος να επιφορτισθεί με το βάρος του εξευτελισμού του. Ο Hahnemann υπήρξε ένας σπουδαίος σοφός, ένας ερευνητής με πολλές αvακαλύyεlς. Ήταν ένας αληθινός ʼνθρωπος χωρίς δόλο, ειλικρινής και ευθύς σαν ένα παιδί, εμπνευσμένος από καθαρή φιλανθρωπία και θεϊκό ζήλο για την επιστήμη.

Όταν, τελικά, έφθασε η μοιραία ώρα για τον ανυπέρβλητο γέροντα, που είχε διατηρήσει την ενεργητικότητα του, σχεδόν, μέχρι τις τελευταίες του στιγμές, τότε η καρδιά της συζύγου του -αυτής που είχε κάνει τα τελευταία χρόνια του τα πιο λαμπρά της ζωής του- ήταν έτοιμη να σπάσει. Πολλοί από μας που έβλεπαν τους δύο πολυαγαπημένους μας να είναι ενωμένοι στη μάχη με τον θάνατο, αναφώνησαν: «Γιατί θα πρέπει να υποφέρεις τόσο πολύ!». Η σύζυγος του είπε: «Γιατί πρέπει εσύ που έχεις ανακουφίσει τόσο πολύ τον ανθρώπινο πόνο, να υποφέρεις τούτη την ύστατη ώρα; Αυτό είναι άδικο. Η Θεία Πρόνοια έπρεπε να σου χαρίσει έναν ανώδυνο θάνατο». Τότε ύψωσε τη φωνή του, όπως έκανε συχνά, παρακινώντας τους οπαδούς του να εμμένουν στις αρχές της Ομοιοπαθητικής και είπε: «Γιατί θα έπρεπε να υπάρξει αυτή η διάκριση για μένα; Ο καθένας μας οφείλει ν' ασχολείται με τα καθήκοντα που τον επιφόρτισε ο Θεός. Παρ' όλο που οι άνθρωποι μπορεί να διακρίνονται μεταξύ τους για κάποια ιδιαίτερη χάρη που έχουν λιγότερο ή περισσότερο, κανείς τους δεν έχει κάποια αξία. Ο Θεός δεν μου οφείλει τίποτα, εγώ οφείλω τα πάντα σ' Αυτόν».

Μ' αυτά τα λόγια εγκατέλειμε τον κόσμο, τους φίλους και τους εχθρούς του. Κι εμείς εδώ σ' αφήνουμε αναγνώστη, είτε είσαι φίλος, είτε εχθρός μας.

Σ' αυτόν που πιστεύει ότι υπάρχουν αλήθειες που δεν τις γνωρίζει και θέλει να τις μάθει, θα επισημανθεί ο δρόμος, για να τον οδηγήσει στο φως που χρειάζεται. Αν κάποιος, που κατέχεται από ειλικρινή φιλανθρωπία κι επιθυμεί να εργαστεί για το καλό όλων, αποκτήσει με τη μεσολάβηση της Θείας Πρόνοιας ένα όργανο κατάλληλο για την εκπλήρωση της θείας θέλησης, θα κληθεί για να υλοποιήσει την αποστολή του και θα οδηγείται πάντοτε προς την αλήθεια.

Είναι το πνεύμα της Αλήθειας που προσπαθεί να μας ενώνει όλους, όμως ο πατέρας του Ψεύδους μας κρατάει χωρισμένους και διαιρεμένους.
Contantine Hering, Φιλαδέλφεια, 22 Απριλίου 1865
Απόδοση στα ελληνικά Φ. Τσούκαλης, Ιατρός - Ομοιοπαθητικός

1. Ψώρα: Στην Ομοιπαθητική χρησιμοποιούμε τον όρο αυτό για να υποδηλώσουμε το σύνολο των κληρονομουμένων προδιαθέσεων που προέρχονται από χρόνια καταπίεση δερματικών παθήσεων.
2. Σύφιλη: Εδώ ο όρος χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το σύνολο των προδιαθέσεων που προέρχονται από την καταπιεστική αλλοπαθητική θεραπεία της συφιλίδος.
3. Σύκωση: Ο όρος περιλαμβάνει τις κληρονομούμενες προδιαθέσεις που οφείλονται στην καταπίεση γονοκοκκικών και μη-γονοκοκκικών λοιμώξεων του ουροποιογεννητικού συστήματος.



-