ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ

Διανοητικά συμπτώματα στην κλινική ιστορία της ομοιοπαθητικής

Κατηγορίες: Περιοδικό
Εικόνα Άρθρου

ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΛΙΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗΣ

Διανοητικά συμπτώματα στην κλινική ιστορία της ομοιοπαθητικής

Η ομοιοπαθητική ασχολείται με τον άνθρωπο, είναι μία ουσιαστική και κύρια ανθρώπινη ιατρική, είναι και θα είναι πάντα ένα καταφύγιο του ανθρωπισμού και απαιτεί από τον γιατρό να είναι ένα ολοκληρωμένο καλλιεργημένο άτομο, το οποίο έχει επεξεργαστεί μέσα του και μέσα από την επαφή με τον ασθενή, μιά ακριβή κρίση του ανθρώπινου όντος, εγκλείοντας το στην πραγματική ανθρωπολογική και προσωπική διάσταση της συνείδησης του και αντιμετωπίζοντας το σαν ένα ον με τελεολογική δομή, προορισμένο για ένα σκοπό, ένα τέρμα, μία προοπτική ζωής, την εκπλήρωση ενός στόχου με όλη του τη βιολογική υπόσταση. Ο γνήσιος ομοιοπαθητικός περιμένει, ενεδρεύοντας, ζωτικές αντιδράσεις, που δεν μπορούν να εξηγηθούν πειραματικά και ανήκουν στο αυστηρά προσωπικό και αντιδραστικό απόθεμα του ασθενούς, ο οποίος, στην πορεία ωρίμανσης και εξατομίκευσης του, δεν υπόκειται στη μηχανική αντίληψη αίτιου και αποτελέσματος. Ο άνθρωπος δεν είναι ένας οργανισμός, έχει έναν οργανισμό, αλλά είναι και κάτι περισσότερο: είναι μία ζωτική αρχή, που δρα και ασκεί την ελευθερία του. Κατά τον ίδιο τρόπο εμφανίζει ασθένειες, αλλά σαν ασθενής είναι κάτι περισσότερο: είναι ένα ον, που αποζητά ελευθερία. Είναι ένα άρρωστο άτομο, στο μέτρο που δεν μπορεί να ζήσει, να αισθανθεί, να σκεφτεί, να ενεργήσει όπως θέλει και να βρει ένα νόημα στην προσωπική του ζωή, με τη λειτουργία μιας ελεύθερης βούλησης, η οποία, σε οποιονδήποτε βαθμό, αλλά σταθερά, απαιτείται από την ίδια του τη συνείδηση. Εκεί, στις συγκρούσεις της συνείδησης, που απαρτίζουν την ουσιαστική πραγματικότητα του ανθρώπινου όντος, είναι που πρέπει να αναζητήσουμε τι πρέπει να θεραπεύσουμε σε κάθε ασθενή. Γι' αυτό, είναι απαραίτητο να αποφασίσουμε να αντιμετωπίσουμε τον ασθενή σαν ολότητα, να διερευνήσουμε την αυθεντική του ύπαρξη και αίσθηση στην πραγματική κατάσταση της ανθρωπινής του υπόστασης και να τον αντιληφθούμε σαν ένα σύνολο, αναπόσπαστα ολοκληρωμένο σε σώμα, ψυχή και πνεύμα, που σημαίνει, ότι, εκτός από το φυσικό κομμάτι, παρατηρεί κανείς επίσης στον άνθρωπο και λαμβάνεται υπ' όψιν, σαν σημείο εκκίνησης για τη θεραπεία, όχι μόνο το φυσικό μέρος, αλλά και το πνευματικό. Τα διανοητικά συμπτώματα, εξαγόμενα από την κατανόηση της ψυχοδιανοητικής και χαρακτηριολογικής προσωπικότητας, απαρτίζουν το ουσιαστικό κομμάτι της βιογραφικής κλινικής εικόνας οποιουδήποτε ασθενούς, για να βρεθεί το ίδιοσυστασιακό του φάρμακο.

Ο ομοιοπαθητικός πρέπει να έχει τα προσόντα, να διεισδύει στην ουσία της κλινικής εικόνας μέσω της μοναδικής ιδιαιτερότητας του ασθενούς, να την εκλαμβάνει σαν μία έκφραση της πορείας εξατομίκευσης και, έτσι, να έχει την δυνατότητα να συμπεράνει, ή να εξάγει τα γνήσια χαρακτηριστικά συμπτώματα της διαμορφωμένης χαρακτηριολογικής αντίδρασης, η οποία έχει δημιουργηθεί σαν μία άμυνα του πρωτογενούς άγχους, που προκαλείται από την βασική σύγκρουση μεταξύ συνείδησης και ζωτικών παρορμήσεων, οι οποίες τον περιορίζουν στην εγωιστική του ατομικότητα.

Στην εκπαίδευση ενός ομοιοπαθητικού γιατρού υπάρχουν τρία στάδια. Το πρώτο, εξατομικεύοντας τον ασθενή μέσω των γενικών και ιδιαίτερων τροποποιητικών του παραγόντων της παρούσας εικόνας: γενική αντίδραση του οργανισμού στις αλλαγές θερμοκρασίας και κλίματος, επιθυμίες, απέχθειες και επιδεινώσεις σε σχέση με το φαγητό, δίψα και επιθυμίες για ποτά, ιδρώτας, στάση και ενεργητικότητα, εμμηνορρυσία, ύπνος, περιοδικότητα, συμπτωματικά και παθολογικά υποστρώματα, εμβολιασμοί, φαρμακευτικές αγωγές, εγχειρήσεις, ατυχήματα, προδιάθεση για αιμορραγίες και μη ομαλή επούλωση τραυμάτων και, τέλος, τα διανοητικά συμπτώματα, που με σαφήνεια εμφανίζονται στο ιστορικό, σαν παρούσες εκφράσεις του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς.

Το δεύτερο στάδιο, είναι συναφές με την αναγκαιότητα να συμπεριληφθεί η ιδιοσυστασιακή κατάσταση, που καθορίζει την παρούσα εικόνα και υπόκειται στην παθολογία, που είναι μία νοσηρή προδιάθεση καθαρά ενεργειακής φύσης. Η ιδιοσυστασιακή αυτή κατάσταση αποτελεί μία χαρακτηριολογική έκφραση σαν τρόπο συναισθηματικής σύνδεσης με άλλους, συνειδητή μνησικακία, ματαιώσεις, συνειδησιακή αγωνία, αίσθημα μοναξιάς και εγκατάλειψης, φόβους, φοβίες κ.λ.π., όλα, δηλαδή, τα συμπτώματα, που αναφέρονται στην παρούσα ψυχική κατάσταση του ασθενούς, με τις αναμνήσεις του από το παρελθόν και τις καθημερινές του εμπειρίες με το περιβάλλον και τον κόσμο. Στο τρίτο στάδιο, ο γιατρός μπορεί να εδραιώσει την Ομοιοπαθητική στην πραγματική της διάσταση σαν ανθρωπιστική ιατρική, προσπαθώντας να καταλάβει το νόημα της χρόνιας ασθένειας, μέσω της κατανόησης της γνήσιας προσωπικότητας του ασθενούς, μέσω της βασικής υπαρξιακής σύγκρουσης, που διαμορφώνει τη διαδικασία της ψυχοβιολογικής του ωρίμανσης, που αναπτύσσεται σε ολόκληρη τη βιογραφία του. Το θέμα δεν είναι μόνο να ξέρει κανείς από τι υποφέρει ο ασθενής και πώς απέκτησε την αρρώστια του, αλλά, στην ουσία, γιατί υποφέρει από μία τέτοια αρρώστια, ποια είναι η καταληπτή ενδελέχεια της ασθένειας του, σαν παράγωγο της προσωπικότητας του, οδηγώντας έτσι τον γιατρό στη γνώση του ποιος είναι ο ασθενής σαν άτομο, που δομήθηκε στην παιδική ηλικία, με βάση την ιδιαιτερότητα της σχέσης του με τους γονείς και τα αδέλφια του. Μέσα απ' αυτό, η Ομοιοπαθητική οριοθετεί το πραγματικό της νόημα, με μία ανθρωπολογική θεώρηση, που την παροτρύνει λογικά, να θεωρεί τον άνθρωπο σαν μία υπαρξιακή μονάδα, δηλαδή, σαν ένα ον, που έχει τόσο ατομική, όσο και κοσμική συνείδηση και που είναι ικανό να αντικειμενικοποιεί το σώμα του και την ψυχή του, όντας, έτσι, ένα υποκείμενο και όχι αντικείμενο της γνώσης. Είναι φανερό, επίσης, ότι ο γιατρός μπορεί τότε μόνο να γνωρίζει την ολότητα του ατόμου και, μέσω αυτού, την ολότητα του ανθρώπου, αν δεν αφήνει κατά μέρος τη δική του υποκειμενικότητα και αποφασίζει, αντίθετα, να αναπτύξει τις ικανότητες του, της άμεσης αντίληψης της πραγματικότητας και, έτσι, να αντιληφθεί με εμπάθεια την υποκειμενικότητα του ασθενούς. Το οποίο νομιμοποιεί την υπεροχή της ιατρικής τέχνης, το ότι, δηλαδή, ο ομοιοπαθητικός οφείλει να καλλιεργεί, σαν την ύψιστη-δημιουργική αξία, την ικανότητα να διεισδύει στη γνώση της ουσίας.

Ο θεμελιώδης λίθος είναι, να αναγνωρίσει κανείς τις ιδιαίτερες εκφράσεις της υπαρξιακής του διαπάλης, κατανοώντας σαν ύπαρξη ένα άτομο, που κατέχει μία σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό, δηλαδή, με το δικό του πνευματικο εγώ και με μια κατανόηση αυτού του εαυτού. Αλλά μιά τέτοια κατανόηση του ίδιου του εαυτού, δεν πραγματοποιείται απλά με μόνη τη σχέση με τον εαυτό του, αλλά εξαιτίας μιας διαλογικής σχέσης με μία άλλη ύπαρξη, που έχει βυθιστεί στον εαυτό της, προκειμένου να ερευνήσει το δικό της εγώ, αυτό το πραγματικό εγώ που κατευθύνει τα ένστικτα της. Μόνο μέσα σε μία έντονη σχέση μεταξύ και των δύο, θα απαρτιώσουν, αμοιβαία, αυθεντικά ανθρώπινα άτομα σαν γεγονός της ύπαρξης. Με τον ίδιο τρόπο, μία συλλογικότητα θα είναι γεγονός της ύπαρξης μόνο στο βαθμό, που οικοδομείται στη βάση μιας ουσιαστικής και έντονης σχέσης μεταξύ των μελών της.

Αν είναι κατανοητό, ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μία ύπαρξη σε σχέση και ότι πρέπει να θεωρείται, σαν μία ολότητα μέσα στη λειτουργία της ουσιαστικής σχέσης της με άλλα ανθρώπινα όντα και με τα πράγματα που βρίσκονται στον κόσμο, θα δεχτούμε ότι, αυτό που πρέπει να ερευνήσουμε και να κατανοήσουμε μέσα από τη βιογραφία της, δηλαδή μέσα από τη συναισθηματική της ιστορία, είναι η ιδιαίτερη της υπαρξιακή σύγκρουση, σε σχέση με την ίδια της τη συνείδηση, με τον κόσμο των ουσιαστικών αξιών της ζωής, ζώντας και τα δύο μέσα στη φύση, η τέχνη και η ικανότητα να αγαπά τα άλλα πλάσματα, σαν συνειδητοποίηση των εμπειρικών αξιών οι δημιουργικές της πιθανότητες για δουλειά και επάγγελμα σαν αξίες δημιουργίας και οι αξίες σχάσης ζωής, καθώς κουβαλά το βιολογικό της πεπρωμένο, με τις αναπόφευκτες και αθεράπευτες ασθένειες της, όπως λέει και η σκέψη του Γκαίτε: «δεν υπάρχει κατάσταση στον κόσμο, που η ανθρώπινη ύπαρξη να μην μπορεί να εξευγενίσει, κάνοντας ήδη κάτι, ή υποφέρνοντας».

Μόνον τότε γίνεται κανείς άνθρωπος, και επομένως, ένα υπαρξιακό ον, όταν έχει συνειδητοποιήσει τον εαυτό του μέσα στις ουσιαστικές σχέσεις με τον κόσμο, πράγμα που σημαίνει ότι έχει την οντολογική εμπειρία της αληθινής του ύπαρξης, που είναι το απόλυτο που υπάρχει μέσα του. Τα διανοητικά συμπτώματα που συνιστούν τον θεμελιώδη όγκο της Ομοιοπαθητικής σημειολογίας, πάντα παράγονται από τη σύγκρουση ανάμεσα στη συνείδηση και το πνεύμα, το οποίο δίνει την εικόνα της ιδέας και των αξιών στη ζωτική ορμή, η οποία προσπαθεί ν' αναχαιτίσει τη σύγκρουση και να απεγκλωβίσει και οδηγήσει τη συνείδηση και το πνεύμα προς την υπέρβαση του πρωτογενούς εγωισμού και, σαν μια πράξη υπέρβασης του εαυτού, προς την ανάδυση μιας ουσιαστικής σχέσης με τον κόσμο και τα υπόλοιπα πλάσματα.

Μέσα από την παιδική του ηλικία με τις κλίσεις, επιθυμίες και φιλοδοξίες του, που σημαίνει μέσα στη σχέση του με τον εαυτό του και την οικογένεια του, μπορεί το άτομο να κατορθώσει να μάθει ποιες ήταν οι προτιμήσεις του, οι απέχθειες, οι μνησικακίες, οι θυμοί, οι ταπεινώσεις, οι αγανακτήσεις, τα αισθήματα ενοχής, το συνειδησιακό άγχος, οι φόβοι, οι απογοητεύσεις, οποιαδήποτέ αισθήματα που αναπτύχθηκαν στη σχετιζόμενη με άλλους ζωή του. Αυτά τα θεμελιώδη συμπτώματα της συγκινησιακής ιστορίας του ασθενούς πρέπει να γίνουν καταληπτά από τον γιατρό στη βάση της αντίληψης της υπαρξιακής αλήθειας του ανθρώπινου όντος, όχι μόνο για την όμοια διάγνωση, αλλά για να μην κατευθύνει τον ασθενή στον τρόπο που θα ζήσει τη ζωή του, όταν το φάρμακο έχει προκαλέσει μέσα του μια υπαρξιακή επισκόπηση, με το πραγματικό εγώ προς την κατεύθυνση ενός ουσιαστικού σταθερού στόχου, όπως λέει ο Hahnemann, όταν βεβαιώνει ότι το ομοιοπαθητικό φάρμακο πρέπει να βοηθήσει το άτομο να πετύχει την εκπλήρωση των υμηλών στόχων της ύπαρξης του, που σημαίνει να θέσει τη ζωτική του ορμή κάτω από τη διακυβέρνηση και την ιδέα του αυθεντικού πνευματικού του εγώ.

Με αυτήν την αναφορά συμπεραίνεται ο βαθμός του εξανθρωπισμού ή της εναρμόνισης με τον κόσμο στην πορεία της ολοκλήρωσης του σαν ανθρώπινη ύπαρξη , που συνίσταται στο να ξεπεράσει μ' έναν εξελικτικό τρόπο τον πρωτογενή κυριευτικό και εξαρτητικό εγωισμό, να μεταμορφωθεί σε ενήλικο άτομο που έχει επίγνωση και υπευθυνότητα της βαθιάς του πνευματικής ύπαρξης του αυθεντικού του εγώ, πράγμα που τον κάνει, μόνον τότε, ένα ελεύθερο ον, με το να τον καθιστά ικανό να κυβερνά τις ζωτικές συναισθηματικές του παρορμήσεις και τον κάνει άνθρωπο, καθ' ον χρόνο μεταμορφώνεται σε δοτικό ον, ανοιχτό συναισθηματικά προς τον κόσμο και με αισθήματα αγάπης για τα άλλα πλάσματα, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη αναφέρεται στην ουσιαστική της πραγματικότητα, μέσα στη σχέση αγάπης με τα άλλα πλάσματα και στην όχι λιγότερο ουσιαστική σχέση με τα στοιχεία του κόσμου και της φύσης, βάζοντας σε πράξη την άσκηση των δημιουργικών και εμπειρικών αξιών, που του επιτρέπουν να εντρυφήσει τόσο στην τέχνη, όσο και στην επαγγελματική δραστηριότητα. Η συναισθηματική ζωτική παρόρμηση και οι τρεις εκφράσεις της σαν ένστικτο τροφής και ανάπτυξης, σαν σεξουαλικό ένστικτο και ένστικτο αναπαραγωγής και σαν ένστικτο αυτοεπιβεβαίωσης και αξίας, αποτελούν τις τρεις διαβαθμίσεις, που καθορίζουν τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της ενστικτώδους πορείας με τις επιθυμίες, απέχθειες και δυσπεψίες συγκεκριμένων τροφών με τις διαστροφές, σαδιστικές, καταστροφικές τάσεις ή ομοφυλοφιλία, που σχετίζονται με τη σεξουαλική σφαίρα και με αυτές που πηγάζουν από το ένστικτο για δύναμη και ανδρεία, ένστικτο που απαρτίζει τη θεμελιώδη ψυχική αντίδραση μπροστά στο ψωρικό άγχος, οφειλόμενο στη μοναξιά και την εγκατάλειψη που, σαν εγκαταλειμμένο παιδί, το κάθε ανθρώπινο ον αισθάνεται στο βαθύτερο τμήμα του εαυτού του, καθορίζοντας κατ' εξοχήν την υπαρξιακή σύγκρουση. Όταν στην Ομοιοπαθητική λέμε, ότι η βούληση είναι αυτή που τελικά πάσχει, αναφερόμαστε, και το ίδιο έκανε ο Hahnemman και ο Kent, στις ζωτικές ορμές, οι οποίες κατέχουν τη δύναμη και είναι τυφλές απέναντι στις αξίες και τις ιδέες, δομώντας αυτές τις αξίες και ιδέες, τις εικόνες που το πνεύμα υποδεικνύει σε τέτοιες παρορμήσεις για να τις κατευθύνει.

Συμπεραίνεται, επομένως, ότι τα διανοητικά συμπτώματα πρέπει να εκληφθούν σαν ψυχικο - φυσιολογικές αντιδράσεις που παρουσιάζονται στην εξέλιξη της πορείας ωρίμανσης ή κόσμο - βίο - κοινωνικής προσαρμογής, που συνεπάγεται: την ολοκλήρωση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο και την τελείωση της ζωής του με την κατάκτηση της εσώτερης του ελευθερίας ή της πνευματικής του απαρτίωσης, που σημαίνει τον έλεγχο των ενστίκτων από τον λόγο ή το πνεύμα. Κάθε ασθενής απαιτεί μέσα από τα συμπτώματα του, παραθέτοντας τα είτε ευθέως, είτε υπαινικτικά, να βρει το νόημα της ζωής του, δηλαδή, να λύσει, με κάποιο τρόπο, την αγωνία της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, ψηλαφώντας την οντολογική ρίζα της αληθινής του ύπαρξης, να μάθει ποιος πραγματικά είναι, απαίτηση γεμάτη αγωνία, που ο ανθρωπιστής θεραπευτής έχει την ευθύνη ν' αποκαλύμει για τον κάθε ασθενή μέσα από τη βιογραφική του αναφορά, γιατί η υπαρξιακή σύγκρουση ή η έρευνα του εαυτού είναι το θεμελιώδες γεγονός που υποβόσκει και, σαν μια λανθάνουσα απαίτηση του ασθενούς, ο θεραπευτής να προσαρμόσει την παθολογική δυσλειτουργία του οργανισμού του ασθενούς στο βαθύ του εγώ, έτσι ώστε, ο ίδιος (ο θεραπευτής) να υιοθετήσει μια πνευματική στάση και, επομένως, αντικειμενική στάση, μπροστά στην αρρώστια.

Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να καταλάβει την προσωπικότητα μέσα από τη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια του ιστορικού: φλυαρία, συστολή, ντροπή, χαρά, λύπη, κατάθλιψη, σύγχυση, ευαισθησία, εγωισμό, περηφάνεια, ανησυχία, ανυπομονησία, έξαυη, κλάμα, υπερβολικό γέλιο, καχυπουία, σιωπή, δυσπιστία, τρόπο ομιλίας, έλλειυη μνήμης κ.λπ., καδώς, επίσης, και από την καθημερινή συμπεριφορά, που αναφέρεται, προσωπικά, από τους συγγενείς ή μέλη της οικογένειας στον δεραπευτή. Τέλος, θα θέλαμε ν' αναφερθούμε, για μια ακόμη φορά, στο πνεύμα, το οποίο λογικά αποκλείεται από την πειραματική ιατρική, αλλά που αναμφισβήτητα, επιβεβαιώνει την ανθρωπιστική ιατρική όλων των εποχών, από τον Ιπποκράτη μέχρι σήμερα, και που κάθε θεραπευτής με γνήσιο επαγγελματισμό μπορεί να επαληθεύσει στην καθημερινή του πρακτική, οποιοδήποτε και αν είναι το θεραπευτικό του σύστημα κι αυτό δεν του απονέμει την ιδιότητα του θεραπευτή ψυχών, εφ' όσον η ιατρική πρέπει να εστιάζεται σε ολόκληρο τον άνθρωπο, στην πλήρη και μοναδική ψυχο - βιολογική του προσωπικότητα. Η αρρώστια του οργάνου αποκτά την παθολογική της σημασία στη λειτουργία της ολότητας του ατόμου σαν ανθρώπου και καταλαβαίνει κανείς, μέσα από τον καθημερινό ρόλο ενός ιστορικού που έχει καθαρή πρόδεση να διεισδύσει στην ουσία κάθε ασθενούς και να γνωρίσει τί είναι αυτό μέσα του, που πρέπει να θεραπευτεί, ότι η μοναδική αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η συνείδηση μέσα στην απαρτίωση του προσωπικού νοήματος της ζωής. Λέγεται, ότι το σώμα παραπονείται λόγω έλλειψης πνεύματος και κάθε σοβαρός κλινικός ξέρει ότι, τελικά, η ασθένεια είναι περιορισμός της ελευθερίας, που είναι η πιο ανθρώπινη αίσθηση που έχει το άτομο και που εκφράζει αυτή τη λανθάνουσα πνευματική ένταση και υποκινεί κάθε ανθρώπινο ον να επιτύχει την ενότητα μέσα του με το Όλον. Η λέξη πνεύμα υποδηλώνει μια αρχή, που, σαν τέτοια, δεν μπορεί να υποβιβαστεί στη φυσική εξέλιξη της ζωής, που σημαίνει, ότι είναι μια ανώτατη βαθμίδα των λειτουργιών και δυνάμεων που αναφέρονται στη ζωτική σφαίρα, μια διαφορετική βαθμίδα, που υπερκαλύπτει τις ψυχικές, που διατρέχονται ήδη από τη ζωική κατάσταση —συναισθηματική παρόρμηση, ένστικτο, συνδυαστική μνήμη, νοημοσύνη και ελευθερία εκλογής— των οποίων η μελέτη ανήκει στην ψυχολογία. Ο άνθρωπος, σαν άτομο, είναι ο μοναδικός που μπορεί ανυψώσει τον εαυτό του στην κορυφή του εαυτού του, καθώς, σαν ζωντανή ύπαρξη και ξεκινώντας από ένα κέντρο που βρίσκεται πέρα από τον χωροχρονικό κόσμο, μπορεί να μεταμορφώσει όλα τα πράγματα και, ανάμεσα τους τον εαυτό του, σε υποκείμενο της γνώσης του.

Αυτό το κέντρο, από το οποίο ξεκινώντας αντικειμενικοποιεί τον κόσμο, το ίδιο του το σώμα και την ψυχή του, είναι εκείνο, που του επιτρέπει να πει, ότι οι αισθήσεις, η ευαισθησία και τα ψυχοσωματικά του συμπτώματα ανήκουν σε αυτόν, γιατί είναι δικά του, αλλά δεν είναι αυτός, δεν είναι αυτός ο ίδιος μέσα στο αυθεντικό του εγώ.

Η ελευθερία, η ελεύθερη βούληση και η αντικειμενικοποίηση κάποιου, ασκείται από εκείνο το πνευματικό κέντρο, από το οποίο κατευθύνονται οι ζωτικές παρορμήσεις, μέσα από την ελεγχόμενη βούληση των παρορμήσεων, οι οποίες, τότε, εκτελούν τις ελεύθερες πράξεις κι αποδίδει στο ανθρώπινο ον την πραγματική του κατάσταση σαν ατόμου. Η κλινική προσέγγιση του ομοιοπαθητικού, η οποία στοχεύει στην κατανόηση της ολότητας του ασθενούς μέσα στην ουσία της πνευματικής του ύπαρξης σαν ατόμου, του πραγματικού του εγώ, δεν μπορεί, επομένως, να περιορίζεται στην απομονωμένη εξέταση των συμπτωμάτων ή στη μερική ανάλυση της οργανικής δυσλειτουργίας, χωρίς να τα ανάγει αυστηρά στη γενική συνύφανση του ασθενούς. Στοχεύει, επίσης, να κατανοήσει τη ζωτική στάση την οποία ήδη έχει μπροστά στην αρρώστια του και στον ψυχό -βιολογικό του προορισμό. Ανακαλύπτει, έτσι, ότι όλοι οι ασθενείς, ανάλογα με το βαθμό συνείδησης που μπορεί να έχουν, επιδιώκουν, μέσα στη βαθιά τους αγωνία, έναν τελικό σκοπό, μια κατάσταση προσωπικής ικανοποίησης, μια αποσαφήνιση της δικής τους εσωτερικής αλήθειας και, κατά συνέπεια, ένα υπαρξιακό νόημα στη ζωή τους, ένα νόημα ή σκοπό, που δε συνίσταται σε μια απλή προσαρμογή, ούτε σ' έναν συμβιβασμό με την εξωτερική πραγματικότητα, μόνο για ν' αποκτήσουν δύναμη μέσα από υλικά αγαθά, άνεση κι ευημερία, αλλά ουσιαστικά στο να συμμορφωθούν με μια αναγκαιότητα, που τους ωθεί με λανθάνοντα ή φανερό τρόπο, ανάλογα με τη διανοητική κατάσταση τους, προς την τελείωση της ζωής τους, με προφανή πρόθεση να πραγματώσουν τις συγκεκριμένες δυνατότητες της αξίας τους, οι οποίες τους εξυμώνουν σαν άτομα και γύρω από έναν τόσο ουσιαστικό στόχο περιστρέφεται όλη η ανθρώπινη ζωή.

Η αντίληψη, μέσα από τη βιογραφική αναφορά, των έμμονων χαρακτηριστικών, των τροποποιητικών παραγόντων του συνειδησιακού άγχους της ευαισθησίας, των φόβων, της ζήλειας, της απελπισίας, της καχυπομίας, του άγχους παρατήρησης, της συναισθηματικής σχέσης με τα άλλα πλάσματα και με τα πράγματα, της φοβίας, της λύπης, της ματαίωσης, κλπ., που παρέχει τις κλινικές αξίες υμηλότερης σημασίας σαν διανοητικά συμπτώματα που κυριαρχούν στην όλη εικόνα, εφ' όσον εκφράζουν το ψωρικό άγχος που υποβόσκει στο βάθος της παθολογίας και που είναι αυτό, που πρέπει τελικά ο ασθενής να γνωστοποιήσει, προκειμένου να ικανοποιήσει το υπαρξιακό του περιεχόμενο ή το νόημα της ζωής του, αφού υπερβεί την καταστρεπτική συφιλιδική όμη της ζωτικής παρόρμησης και το άγχος της αντιστικής δύναμης της σύκωσης, που είναι και οι δΰο, παθολογικές εκδηλώσεις της αποτυχημένης αντίδρασης που έχει οικοδομήσει το άτομο, σαν ζωτικές αμυντικές στάσεις, μπροστά στην αγωνία που προέρχεται από το ψωρικό άγχος. Ο ομοιοπαθητικός καθίσταται ικανός να δει τη μορφή της, της σύκωσης, της συφιλίδος και της ψώρας, στο πρόσωπο, τη συμπεριφορά, τη διαγωγή, τη συγκινησιακή ιστορία και την παθολογία του ασθενούς, αιχμαλωτίζοντας την προσωπικότητα του σε μια καθαρή σύνδετη εικόνα, που θα του επιτρέψει να ξεκαθαρίσει το δρόμο που οδηγεί στη λανθάνουσα ψώρα, το υπαρξιακό και απόκρυφο άγχος που υποβόσκει σε κάθε ανθρώπινο ον. Τότε είναι που ο ομοιοπαθητικός εξυψώνεται σε αληθινό οδηγό του ασθενούς κάνοντας τον να συνειδητοποιήσει το άγχος του σαν μια έκκληση προς το νόημα της ζωής του και να κάνει τον εαυτό του ένα υπεύθυνο ον.

Ο ουσιαστικός στόχος του θεραπευτή είναι να αντιληφθεί με οξυδερκή ακοή τους δυσδιάκριτους παράγοντες που παρενοχλούν αυτή τη δυναμική πορεία της πνευματικής ανέλιξης και ωρίμανσης, μέσα από μια απατηλή αντίληψη του κόσμου και του εαυτού, η οποία ωθεί τον ασθενή να ζει μόνο για τον εαυτό του, πιστεύοντας ότι η υγεία συνίσταται στην επίτευξη του μέγιστου της φυσικής του αντίστασης, με μια άνετη προσαρμογή και τη λιγότερο ή περισσότερο σταδερή και παθητική ισορροπία με μια επιτυχημένη συμμόρφωση με την εξωτερική πραγματικότητα.

Πάντοτε θα παραμένει, παρά τα όποια αποτελέσματα της θεραπείας, μια κηλίδα αναπόφευκτου άγχους, που δηλώνει σωματικά το λανθάνον ψωρικό άγχος, σα μια διαρκής διεκδίκηση μιας λύσης στο καυτό πρόβλημα της εσωτερικής ελευθερίας, του να νιώδει τον εαυτό του αυθεντικά ελεύθερο και, επομένως, αυτοελεγχόμενο και να βρίσκεται σ' ελευθερία με συνείδηση και υπευθυνότητα της μοναδικότητας της ύπαρξης του, γνωρίζοντας ότι μόνο μια φορά μπορεί να ζήσει κανείς και ότι η επιθυμία για θεραπεία, από την οποία πηγάζει η πραγματική υγεία, συνίσταται στην ανάδυση, μέσα στο πνευματικό ώριμο εγώ, της επιθυμίας για αγάπη. Μόνον η συμπεριφορά και η στάση ζωής, την οποία κρατάει ο ασθενής απέναντι στην ύπαρξη του, ο βιολογικός του προορισμός, η ζωή του με την ουσιαστική σχέση με τα πράγματα και τα ανθρώπινα όντα και τα καθήκοντα του, όσον αφορά την υπέρβαση του από τη βρεφική ηλικία εγωκεντρισμού του, θα δώσουν στον ομοιοπαθητικό το μέτρο της πνευματικής ανέλιξης, που θα θέσει τον ασθενή στο δρόμο προς την πραγματική και αυθεντική υγεία και, κατά συνέπεια, στη γνήσια καταξίωση του σαν ανθρώπινου όντος. Οτιδήποτε άλλο εφαρμοσθεί σαν παρηγορητική και συμπτωματική θεραπευτική, χωρίς μια ουσιαστική προσέγγιση της ανθρώπινης ύπαρξης σαν ολότητας και χωρίς να κατευθύνει τη θεραπευτική διάγνωση, έτσι ώστε ο ασθενής να συνειδητοποιήσει το πνευματικό του εγώ σαν δείκτη της αληδινής του ταυτότητας και ν' αναλάβει την ευθύνη του βιολογικού και ψυχικού του προορισμού, θα είναι θεραπευτική παρεκτροπή, έχοντας πολλές φορές κάποιο ιατρογενές αποτέλεσμα, πράγμα, που οδήγησε στην υποτίμηση της ομοιοπαδητικής που μας κληροδότησε ο Hahnemann. Η Ομοιοπαθητική θα πρέπει να τοποδετηθεί μέσα στην ιατρική, σαν μια δεραπεία εξόχως θετική απέναντι στη δεμελιώδη απαίτηση να γνωρίζεις τί θα πρέπει να θεραπευθεί σε κάθε ασθενή, καθιστάμενος ικανός μέσα από την ιατρική παθογένεση να συντρίυχις, χωρίς να εκμεταλλεύεσαι αποκλειστικά τη νοσολογική διάγνωση, την υπαρξιακή ζωτική δραστηριότητα του ατόμου, η οποία προκαλεί την αρρώστια του. Ένα τέτοιο άτομο, που δημιουργεί την αρρώστια του παρουσιάζοντας ένα υπαρξιακό δράμα που το ίδιο έχει βιώσει, είναι, εκείνο, που τα ιπποκρατικά ψυχοσωματικά και ανθρωπολογικά ρεύματα αισθάνονται σαφώς την ανάγκη να εισάγουν την ιατρική, φέρνοντας στη σκηνή του ιατρικού πανοράματος τις συγκινήσεις, τα συναισθήματα, παρορμήσεις και ένστικτα, δηλαδή την ψυχή του ασθενούς, (που βρίσκεται) σε υπαρξιακή σύγκρουση με τη συνείδηση, αρχέγονη ανθρώπινη έκφραση του Πνεύματος ή της ολοκληρωμένης ύπαρξης. Η σύγκρουση, της οποίας την πρακτική λύση προσφέρει η ομοιοπαθητική, δεν περιορίζεται μόνο στο να εξατομικεύει έναν ασθενή μέσα από τα γενικά και ψυχοδιανοητικά συμπτώματα, αλλά, επίσης, να τον προσωποποιεί μέσα απ' όλα αυτά, με την επικράτηση των διανοητικών συμπτωμάτων που έχουν πνευματική υπόσταση, τα οποία, ιεραρχικά, αποκτούν ένα νόημα υπέρτατης αξίας για την ουσιαστική διάγνωση και, επομένως, έτσι γνωρίζουμε τί είναι αυτό που περιμένουμε απο το όμοιο, που ταυτοποιείται κατ' αυτόν τον τρόπο στη διαγωγή του ασθενούς απέναντι στην αληθινή υγεία, δηλαδή, απέναντι στην αλλαγή της συμπεριφοράς και στάσης ζωής, βρίσκοντας το νόημα της ζωής του, το οποίο κάθε ασθενής διεκδικεί με έναν ανεπανάληπτο, μοναδικό και προσωπικό τρόπο. Έτσι, λοιπόν, θα φτάσουμε να κατανοήσουμε, ότι αρρωσταίνουμε, στο βαθμό που δεν υπήρξαμε πιστοί στην αξίωση της συνείδησης μας να συνταυτιστούμε μ' ένα όραμα, ένα στόχο, ένα τέρμα, ένα επάγγελμα, το οποίο πάντα συνεπάγεται την αναγκαιότητα ν' αναπτύξουμε την ατομικότητα μας, να γίνουμε αληθινοί άνθρωποι μέσα στη λειτουργία του πνεύματος, το οποίο μας προσωποποιεί μέσα σε μια ουσιαστική σχέση με άλλους.

Dr TOMAS PABLO PASCHERO

Απόδοση στα ελληνικά - Επιμέλεια κειμένου Μ. Σταθοπούλου
Από το περιοδικό Ομοιοπαθητική ιατρική, τεύχη 1-2-3



-